στο λεξικό PONS
κόρακας [ˈkɔrakas] SUBST αρσ, κοράκι [kɔˈraci] SUBST ουδ
- κόρακας
- Rabe αρσ
- άι στον κόρακα!
- geh zum Teufel!
- κόρακας κοράκου μάτι δε βγάζει παροιμ
- eine Krähe hackt der anderen kein Auge aus
Κόρακας [ˈkɔrakas] SUBST αρσ (αστερισμός)
- Κόρακας
- Rabe αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κόρακας κοράκου μάτι δε βγάζει παροιμ
- eine Krähe hackt der anderen kein Auge aus