στο λεξικό PONS
επίθεσ|η <-εις> [ɛˈpiθɛsi] SUBST θηλ
1. επίθεση:
- επίθεση κατά +γεν
- Angriff αρσ auf +αιτ
- κάνω επίθεση σε κάποιον/κάτι
- jdn/etw angreifen
- αναλαμβάνω επίθεση
- in die Offensive/zur Offensive übergehen
- αστραπιαία επίθεση
- Blitzangriff αρσ
- βομβιστική επίθεση
- Bombenangriff αρσ
- επίθεση με δηλητηριώδη αέρια
- Giftgasangriff αρσ
- επίθεση με δηλητηριώδη αέρια
- Giftgasattacke θηλ
- τρομοκρατική επίθεση
- Terroranschlag αρσ
2. επίθεση (με εισβολή: σε κτήριο, τράπεζα κτλ):
- επίθεση κατά +γεν
- Überfall αρσ auf +αιτ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κεραυνοβόλα επίθεση
- Blitzangriff αρσ
- αναλαβαίνω επίθεση
- in die/zur Offensive übergehen
- αναλαμβάνω επίθεση
- in die Offensive/zur Offensive übergehen
- μετωπική επίθεση
- Frontalangriff αρσ
- βομβιστική επίθεση
- Bombenangriff αρσ