στο λεξικό PONS
κατανόησ|η <-εις> [kataˈnɔisi] SUBST θηλ
- κατανόηση
- Verständnis θηλ
- χωρίς κατανόηση
- verständnislos
- βρίσκω κατανόηση
- auf Verständnis stoßen
- δείχνω κατανόηση
- Verständnis zeigen
- έχω κατανόηση
- Verständnis haben
- δεν έχεις καθόλου κατανόηση!
- du kannst überhaupt nicht verstehen!
- δεν έχεις λίγο κατανόηση;
- kannst du denn nicht verstehen?
- έλλειψη θηλ κατανόησης
- Verständnislosigkeit θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- χωρίς κατανόηση
- verständnislos
- βρίσκω κατανόηση
- auf Verständnis stoßen
- δείχνω κατανόηση
- Verständnis zeigen
- έχω κατανόηση
- Verständnis haben
- του λείπει η κατανόηση
- es fehlt ihm an Verständnis δοτ