στο λεξικό PONS
αφ|ήνω <-ησα, -έθηκα, -ημένος> [aˈfinɔ] VERB μεταβ
1. αφήνω (δεν παίρνω μαζί μου, παύω να ασχολούμαι, παύω):
- αφήνω
- lassen
- το άφησα στ' αυτοκίνητο
- ich hab es im Auto gelassen
- αφήνω ανοιχτό/εδώ
- offen lassen/hierlassen
- αυτό θα τ' αφήσουμε εδώ
- das lassen wir hier
- δεν μπορώ ν' αφήσω τα παράθυρα ανοιχτά
- ich kann die Fenster nicht offen lassen
- άφησέ το/άσ' το δω αυτό
- lass das hier
- άσ' το, θα το κάνω εγώ
- lass das, ich mach das schon
- πού άφησες το βιβλίο/τα κλειδιά
- wo hast du das Buch/die Schlüssel liegen gelassen?
- του άφησα το αυτοκίνητό μου
- ich habe ihm mein Auto überlassen
- αφήνω έναν επιβάτη (από όχημα)
- einen Fahrgast aussteigen lassen/absetzen
- άσε τ' αστεία τώρα!
- lass jetzt die Scherze!
2. αφήνω (κάτι που κρατώ):
- αφήνω
- loslassen
- άφησε το σκοινί
- lass das Seil los
- άφησέ με!
- lass mich los!
3. αφήνω (επιτρέπω):
- αφήνω
- lassen
- ήθελα, αλλά δε μ' άφησε
- ich wollte, aber er hat mich nicht gelassen
- δεν αφήνει τα παιδιά να παίζουν στον κήπο
- er lässt die Kinder nicht im Garten spielen
- δε μ' αφήνει να μπω
- er lässt mich nicht hinein
- αφήστε με να μπω
- lasst mich hinein
- αφήνει το σκυλί ελεύθερο (το λύνει)
- er bindet den Hund los
- αφήνει το σκυλί ελεύθερο (το αφήνει να τρέχει όπου θέλει)
- er lässt den Hund frei herumlaufen
4. αφήνω (ελευθερώνω):
- αφήνω
- freilassen
- τους άφησαν όλους
- man hat sie alle freigelassen
5. αφήνω (εγκαταλείπω άνθρωπο ή τόπο):
- αφήνω
- verlassen
- άφησε την πατρίδα της
- sie hat ihre Heimat verlassen
- πρέπει να σας αφήσω τώρα
- ich muss euch jetzt verlassen
- τον άφησε (τον αγαπητικό της)
- sie hat ihn verlassen
ιδιωτισμοί:
- τέτοια ώρα ήθελε να πάει επίσκεψη - άσε που δεν είχε και τη διεύθυνσή της!
- um diese Zeit wollte er sie besuchen, abgesehen davon, dass er sowieso nicht ihre Adresse hatte!
- αφήνω να εννοηθεί ότι …
- durchblicken lassen, dass …
- αφήνω κάποιον ασυγκίνητο
- jdn kaltlassen
- αφήνω κάποιον στον τόπο
- jdn töten
- αφήνω κάποιον στα κρύα του λουτρού
- jdn im Stich lassen
- δεν αφήνω τίποτα στην τύχη
- nichts dem Schicksal überlassen
- αφήνω κάποιον στην τύχη του
- jdn seinem Schicksal überlassen
- αφήνω κάποιον να περιμένει
- jdn warten lassen
- αφήνω κάποιον στις αυταπάτες του
- jdm seine Illusionen lassen
- άφησέ με ήσυχο! (μη με ενοχλείς/πειράζεις)
- lass mich in Ruhe!
- αφήνω εποχή
- Geschichte machen
- δεν αφήνω μια ευκαιρία
- sich δοτ eine Gelegenheit nicht entgehen lassen
- αφήνω κατά μέρος (κάποιο πράγμα)
- etw beiseitelegen
- ασ' τα αυτά, πες την αλήθεια
- ach komm, sag die Wahrheit
- ας τ' αφήσουμε (καλύτερα)
- lassen wir's (besser)
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αφήνω εποχή
- Geschichte machen
- αφήνω ίχνη
- Spuren hinterlassen
- αφήνω λάσκο
- locker lassen
- αφήνω έγκυο
- schwängern
- αφήνω την εντύπωση ότι …
- den Eindruck hinterlassen, dass …