στο λεξικό PONS
I. ψά|χνω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [ˈpsaxnɔ] VERB μεταβ
1. ψάχνω (συρτάρι, χώρο):
- ψάχνω κάτι
- etw durchsuchen/in etw δοτ suchen
2. ψάχνω (κάτι το χαμένο):
- ψάχνω κάτι
- suchen etw
II. ψά|χνω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [ˈpsaxnɔ] VERB αμετάβ (γυρεύω)
- ψάχνω
- suchen
- ψάχνω για κάτι
- nach etw suchen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ψάχνω κάτι
- etw durchsuchen/in etw δοτ suchen
- ψάχνω σπιθαμή προς σπιθαμή
- jeden Zentimeter absuchen
- ψάχνω για κάτι
- nach etw suchen