στο λεξικό PONS
πρόβατο [ˈprɔvatɔ] SUBST ουδ
- πρόβατο
- Schaf ουδ
- το απολωλός πρόβατο(ν)
- das schwarze Schaf ουδ
- μαύρο πρόβατο
- schwarzes Schaf ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μαύρο πρόβατο
- schwarzes Schaf ουδ