στο λεξικό PONS
εντός [ɛnˈdɔs] PREP +γεν
- εντός
- innerhalb +γεν
- εντός των ορίων του …
- innerhalb der Grenzen des …
- εντός μιας εβδομάδας
- innerhalb einer Woche
- εντός ολίγου
- in einer Weile
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εντός ολίγου
- in einer Weile
- εντός των ορίων του …
- innerhalb der Grenzen des …
- εντός μιας εβδομάδας
- innerhalb einer Woche