στο λεξικό PONS
λεί|πω <-ψα> [ˈlipɔ] VERB αμετάβ
1. λείπω (απουσιάζω, δεν υπάρχω):
- λείπω
- fehlen
- λείπει ένα βιβλίο
- es fehlt ein Buch
- ο μαθητής έλειπε
- der Schüler fehlte
- δεν πρέπει να λείψεις
- du darfst nicht fehlen
- λείπει στο εξωτερικό
- er ist im Ausland
- λείπει ταξίδι
- er ist verreist
- θα μας λείψεις
- du wirst uns δοτ fehlen
- λίγο έλειψε να πέσω
- ich wäre beinahe hingefallen
- όταν λείπει η γάτα, χορεύουν τα ποντίκια παροιμ
- wenn die Katze aus dem Haus ist, tanzen die Mäuse (auf dem Tisch)
2. λείπω (δεν έχω):
- του λείπει η κατανόηση
- es fehlt ihm an Verständnis δοτ
- μου λείπει ένα δεκάρικο
- mir fehlt ein Zehner
- μου λείπει το θάρρος
- es fehlt mir an Mut δοτ
- δε μας λείπει τίποτα
- es fehlt uns δοτ an nichts
- αυτός να μου λείπει!
- der kann mir gestohlen bleiben!
- αυτό μας έλειπε τώρα!
- das hat uns gerade noch gefehlt!
3. λείπω (δεν κάνω):
- δε θα λείψω να …
- ich werde es nicht versäumen, zu …
λείπω VERB
- λείπω
- fehlen
- μου λειπεις
- du fehlst mir
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μην κάνετε αταξίες όσο λείπω!
- macht kein Dummheiten, solange ich weg bin!
- εκείνη την ημέρα έτυχε να λείπω
- an jenem Tag fehlte ich zufällig