στο λεξικό PONS
αν|αλύω <-έλυσα, -αλύθηκα, -αλυμένος> [anaˈliɔ] VERB μεταβ
1. αναλύω (διαχωρίζω σε συστατικά):
- αναλύω
- auflösen
- αναλύομαι σε δάκρυα
- in Tränen zerfließen
- αναλύομαι σε εκφράσεις ευγνωμοσύνης
- sich überschwänglich bei jdm bedanken
2. αναλύω (εξετάζω) ΧΗΜ:
- αναλύω
- analysieren
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.