στο λεξικό PONS
σανίδα [saˈniða] SUBST θηλ
- σανίδα
- Brett ουδ
- σανίδα blockboard
- Stabplatte θηλ
- σανίδα λαμίνας
- Stäbchenplatte θηλ
- σανίδα σιλικόνης
- Grobspanplatte θηλ
- σανίδα εκτίναξης (στο άλμα εις μήκος)
- Absprungbalken αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σανίδα θηλ εκτίναξης (στο άλμα εις μήκος)
- Absprungbalken αρσ
- σανίδα blockboard
- Stabplatte θηλ
- σανίδα λαμίνας
- Stäbchenplatte θηλ
- σανίδα σιλικόνης
- Grobspanplatte θηλ
- σανίδα εκτίναξης (στο άλμα εις μήκος)
- Absprungbalken αρσ