στο λεξικό PONS
I. τρί|βω <-ψα, -φτηκα, -μμένος> [ˈtrivɔ] VERB μεταβ
1. τρίβω (κάποια επιφάνεια):
- τρίβω
- reiben
- τρίβω τα μάτια/χέρια μου
- sich δοτ die Augen/Hände reiben
2. τρίβω (βγάζω με την τριβή):
- τρίβω
- abreiben
3. τρίβω ΙΑΤΡ (κάνω εντριβή):
- τρίβω
- einreiben
4. τρίβω (φθείρω):
- τρίβω
- abnutzen
5. τρίβω (σκόρδο):
- τρίβω
- zerreiben
II. τρίβομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. τρίβομαι (φθείρομαι):
- τρίβομαι
- sich abnutzen
2. τρίβομαι μτφ (αποκτώ εμπειρία):
- τρίβομαι
- Übung bekommen
τρίβω VERB
- τρίβω (λειαίνω)
- schleifen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τρίβω τα μάτια μου
- sich δοτ die Augen reiben
- τρίβω τα μάτια/χέρια μου
- sich δοτ die Augen/Hände reiben