στο λεξικό PONS
I. ξεχ|νώ <-ασα, -άστηκα, -ασμένος> [ksɛxˈnɔ] VERB μεταβ
- ξεχνώ
- vergessen
- ξεχνώ να κάνω κάτι
- vergessen, etw zu tun
- πριν το ξεχάσω: ξέρεις αν …
- bevor ich es vergesse: weißt du, ob …
- ξέχασέ το! (δεν αξίζει τον κόπο)
- vergiss es!
- παρά λίγο να/θα το ξεχνούσα
- fast hätte ich es vergessen
- παρά λίγο να το ξεχάσω
- fast hätte ich es vergessen
- χωρίς να ξεχνάμε ότι …
- ohne zu vergessen, dass …
II. ξεχνιέμαι VERB αυτοπ ρήμα
- είχε ξεχαστεί κοιτάζοντας το άγαλμα
- er war beim Betrachten des Denkmals ganz in Gedanken versunken
- είχα ξεχαστεί και μπήκα σε λάθος λεωφορείο
- ich war gerade in Gedanken versunken und bin dann in den falschen Bus gestiegen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ξεχνώ να κάνω κάτι
- vergessen, etw zu tun