στο λεξικό PONS
μπαρούτι [baˈruti] SUBST ουδ, μπαρούτη [baˈruti] SUBST θηλ
- μπαρούτι
- Schwarzpulver ουδ
- γίνομαι μπαρούτι
- fast explodieren
- κάτι μυρίζει μπαρούτι μτφ
- etw riecht nach Ärger
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γίνομαι μπαρούτι
- fast explodieren
- κάτι μυρίζει μπαρούτι μτφ
- etw riecht nach Ärger