στο λεξικό PONS
προβλέ|πω <-ψα> [prɔˈvlɛpɔ] VERB μεταβ
1. προβλέπω (κάτι μελλοντικό):
- προβλέπω
- voraussehen
2. προβλέπω (σχεδιάζω, ορίζω):
- προβλέπω
- vorsehen
- αυτός ο κανόνας προβλέπει να …
- diese Regel sieht vor, dass …
- για πότε προβλέπεται;
- für wann ist es vorgesehen?
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.