στο λεξικό PONS
πάπας [ˈpapas] SUBST αρσ
- πάπας
- Papst αρσ
παπ|άς <-άδες> [paˈpas] SUBST αρσ
1. παπάς ΘΡΗΣΚ:
- παπάς
- Pfarrer αρσ
- παίζω τον παπά σε κάποιον
- jdn an der Nase herumführen
2. παπάς (στα χαρτιά):
- παπάς
- König αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ο παπάς πρώτα τα γένια του βλογάει παροιμ
- jeder für sich und Gott für uns alle
- κι αν είσαι και παπάς με την αράδα σου θα πας
- du musst dich anstellen wie jeder andere auch