στο λεξικό PONS
νοσοκομείο [nɔsɔkɔˈmiɔ] SUBST ουδ
- νοσοκομείο
- Krankenhaus ουδ
- εκπαιδευτικό νοσοκομείο
- Lehrkrankenhaus ουδ
- ιδιωτικό νοσοκομείο
- Privatklinik θηλ
- κρατικό νοσοκομείο
- öffentliches Krankenhaus ουδ
- στρατιωτικό νοσοκομείο
- Militärkrankenhaus ουδ
- στρατιωτικό νοσοκομείο
- Lazarett ουδ
νοσοκομείο SUBST
- πανεπιστημιακό νοσοκομείο ουδ
- Universitätsklinik θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εκπαιδευτικό νοσοκομείο
- Lehrkrankenhaus ουδ
- ιδιωτικό νοσοκομείο
- Privatklinik θηλ
- κρατικό νοσοκομείο
- öffentliches Krankenhaus ουδ
- στρατιωτικό νοσοκομείο
- Militärkrankenhaus ουδ
- διακομίζω τραυματίες σε ένα νοσοκομείο
- Verletzte in ein Krankenhaus überführen/einliefern