στο λεξικό PONS
I. παρ|έρχομαι <-ήλθα> [paˈrɛrxɔmɛ] VERB αμετάβ (χρόνος)
- παρέρχομαι
- vergehen
II. παρ|έρχομαι <-ήλθα> [paˈrɛrxɔmɛ] VERB αποθ ρήμα μεταβ (παραλείπω)
- παρέρχομαι
- übergehen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.