στο λεξικό PONS
όρος1 [ˈɔrɔs] SUBST ουδ
- όρος
- Berg αρσ
- το Άγιον Όρος
- der Berg Athos
- Όρος Άτλας
- Atlasgebirge ουδ
- όρος της Αφροδίτης
- Venushügel αρσ
- όρος της Αφροδίτης
- Schamhügel αρσ
όρος2 [ˈɔrɔs] SUBST αρσ
1. όρος (προϋπόθεση, συνθήκη):
- όρος
- Bedingung θηλ
- με/ύπο τον όρο ότι …
- unter der Bedingung, dass …
- βάζω έναν όρο
- eine Bedingung stellen
- εκπληρώνω έναν όρο
- eine Bedingung erfüllen
- άνευ όρων
- bedingungslos
- όροι αρσ πλ εργασίας
- Arbeitsbedingungen θηλ πλ
- όροι αρσ πλ διαβίωσης
- Lebensbedingungen θηλ πλ
- όροι αρσ πλ πληρωμής
- Zahlungsbedingungen θηλ πλ
2. όρος (σε συμβόλαιο, αγορά):
- όρος
- Kondition θηλ
- όρος
- Bedingung θηλ
- ειδικοί όροι
- Sonderkonditionen θηλ πλ
- όροι αρσ πλ πληρωμής
- Zahlungsbedingungen θηλ πλ
- όροι αρσ πλ συμβολαίου
- Vertragsbedingungen θηλ πλ
- (γενικοί) όροι αρσ πλ συναλλαγών
- (allgemeine) Geschäftsbedingungen θηλ πλ
- συμπληρωματικός όρος σε μια σύμβαση (καθαυτού έγγραφο)
- Abänderungsvertrag αρσ
- εκπληρώνω τους όρους ενός συμβολαίου
- einen Vertrag erfüllen
- εκπλήρωση θηλ των όρων συμβολαίου
- Vertragserfüllung θηλ
3. όρος (ονομασία έννοιας):
- όρος
- Terminus αρσ
- όρος
- Begriff αρσ
- ειδικός όρος
- Fachbegriff αρσ
- βασικός/κύριος όρος
- Hauptbegriff αρσ
4. όρος (όριο):
- κατά μέσο(ν) όρο
- durchschnittlich
- πάνω/κάτω από το(ν) μέσο όρο
- über/unter dem Durchschnitt
- μέσος όρος
- Durchschnitt αρσ
- μέσος όρος της αγοράς
- Marktdurchschnitt αρσ
- γεωμετρικός μέσος όρος
- geometrisches Mittel ουδ
- μέσος όρος ζωής
- durchschnittliche Lebenserwartung θηλ
- αρμονικός μέσος όρος
- harmonischer Mittelwert αρσ
- εφ' όρου ζωής
- lebenslänglich
ορός [ɔˈrɔs] SUBST αρσ ΙΑΤΡ
- ορός
- Serum ουδ
- ορός αίματος
- Blutserum ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- όρος αρσ παραλαβής
- Abnahmebedingung θηλ
- ειδικός όρος
- Fachbegriff αρσ
- μέσος όρος
- Durchschnitt αρσ
- ορός αίματος
- Blutserum ουδ
- Όρος Άτλας
- Atlasgebirge ουδ