στο λεξικό PONS
αναζήτησ|η <-εις> [anaˈzitisi] SUBST θηλ
1. αναζήτηση (ζήτηση):
- αναζήτηση
- Suche θηλ +γεν nach +δοτ
- στην αναζήτηση της ευτυχίας
- auf der Suche nach dem Glück
- σε αναζήτηση δουλειάς
- auf Arbeitssuche, auf der Suche nach Arbeit
- χώρος αρσ αναζήτησης αποσκευών ΑΕΡΟ
- Gepäckausgabe θηλ
2. αναζήτηση (έρευνα):
- αναζήτηση
- Nachforschung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αναζήτηση θηλ δουλειάς
- Arbeitssuche θηλ
- στην αναζήτηση της ευτυχίας
- auf der Suche nach dem Glück
- βρίσκομαι σε αναζήτηση δουλειάς
- auf Arbeitssuche sein, auf der Suche nach Arbeit sein
- σε αναζήτηση δουλειάς
- auf Arbeitssuche, auf der Suche nach Arbeit