στο λεξικό PONS
I. ακραί|ος <-α, -ο> [aˈkrɛɔs] ΕΠΊΘ
1. ακραίος (που βρίσκεται στα άκρα):
- ακραίος
- Rand-
- ακραίες περιοχές
- Randbezirke αρσ πλ
2. ακραίος μτφ (αντιλήψεις):
- ακραίος
- extrem
- έχω ακραίες αντιλήψεις
- extreme Ansichten haben/vertreten
- ακραία περίπτωση
- Extremfall αρσ
II. ακραί|ος <-α, -ο> [aˈkrɛɔs] SUBST αρσ/θηλ ΑΘΛ (στο βόλεϊ)
- αριστερός/δεξιός ακραίος
- linker/rechter Abwehrspieler αρσ