στο λεξικό PONS
άδεια [ˈaðia] SUBST θηλ
1. άδεια (παροχή δικαιώματος):
- άδεια
- Erlaubnis θηλ
- δίνω/παρέχω (την) άδεια σε κάποιον να κάνει κάτι
- jdm die Erlaubnis erteilen, etw zu tun
- άδεια ανοικοδόμησης
- Baugenehmigung θηλ
- άδεια αλιείας
- Fischereilizenz θηλ
- άδεια διαμετακόμισης
- Durchfuhrerlaubnis θηλ
- άδεια δόμησης
- Baugenehmigung θηλ
- ειδική άδεια
- Sondererlaubnis θηλ
- άδεια εισαγωγής
- Importgenehmigung θηλ
- άδεια εισαγωγής
- Einfuhrgenehmigung θηλ
- άδεια εκμετάλλευσης ΟΙΚΟΝ
- Lizenz θηλ
- αποκλειστική άδεια εκμετάλλευσης ΟΙΚΟΝ
- Alleinlizenz θηλ
- άδεια εμπορίας
- Handelslizenz θηλ
- άδεια εξαγωγής
- Ausfuhrgenehmigung θηλ
- άδεια εξόδου
- Ausreiseerlaubnis θηλ
- άδεια εργασίας
- Arbeitserlaubnis θηλ
- άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος
- Gewerbeschein αρσ
- άδεια εξωτερικού εμπορίου
- Außenhandelslizenz θηλ
- άδεια οδηγού/οδηγήσεως
- Führerschein αρσ
- άδεια κυκλοφορίας (αυτοκινήτου)
- Kraftfahrzeugschein αρσ
- άδεια κυνηγίου
- Jagdschein αρσ
- άδεια οικοδομής
- Baugenehmigung θηλ
- άδεια οπλοφορίας
- Waffenschein αρσ
- άδεια παραμονής
- Aufenthaltserlaubnis θηλ
- ποιητική αδεία
- dichterische Freiheit θηλ
- άδεια προσγείωσης
- Landeerlaubnis θηλ
- άδεια πτήσεως
- Starterlaubnis θηλ
- άδεια διάθεσης φαρμάκου στην αγορά
- Arzneimittelzulassung θηλ
- αίτηση θηλ άδειας
- Genehmigungsantrag αρσ
- χορήγηση θηλ άδειας
- Erlaubniserteilung θηλ
- χορήγηση θηλ άδειας (ειδικά για ορισμένο επάγγελμα)
- Lizenzerteilung θηλ
- προϋπόθεση θηλ για την παροχή άδειας
- Genehmigungserfordernis θηλ
2. άδεια (αποχή από εργασία):
- άδεια
- Urlaub αρσ
- είμαι με/έχω άδεια
- in Urlaub sein
- παίρνω άδεια
- Urlaub nehmen
- αναρρωτική άδεια
- Erholungsurlaub αρσ
- άδεια μητρότητας/πατρότητας
- Mutterschaftsurlaub/Vaterschaftsurlaub αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- άδεια θηλ οδήγησης
- Fahrerlaubnis θηλ
- άδεια θηλ χρήσης
- Nutzungserlaubnis θηλ
- άδεια θηλ διαμετακόμισης
- Durchfuhrerlaubnis θηλ
- άδεια θηλ διέλευσης (έντυπο)
- Passierschein αρσ
- άδεια θηλ δόμησης
- Baugenehmigung θηλ