στο λεξικό PONS
μέλι [ˈmɛli] SUBST ουδ
- μέλι
- Honig αρσ
- είναι μέλι (γλυκό)
- es ist honigsüß
- όλα είναι μέλι γάλα
- es ist alles in Butter
- γλυκός σαν μέλι και μτφ
- honigsüß
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είναι μέλι (γλυκό)
- es ist honigsüß
- θυμαρήσιο μέλι
- Thymianhonig αρσ
- όλα είναι μέλι γάλα
- es ist alles in Butter
- γλυκός σαν μέλι και μτφ
- honigsüß
- αγάλια αγάλια γίνεται η αγουρίδα μέλι παροιμ
- mit Geduld und Spucke fängt man eine Mucke