στο λεξικό PONS
I. ξινί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ksiˈnizɔ] VERB μεταβ (κάνω ξινό)
- ξινίζω
- säuern, sauer machen
- ξινίζω τα μούτρα
- ein saures Gesicht machen
II. ξινί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ksiˈnizɔ] VERB αμετάβ (γίνομαι ξινός)
- ξινίζω
- sauer werden
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ξινίζω τα μούτρα μου
- ein saures Gesicht machen
- ξινίζω τα μούτρα
- ein saures Gesicht machen