στο λεξικό PONS
I. μυστικ|ός <-ή, -ό> [mistiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- μυστικός
- geheim
- μυστική αστυνομία
- Geheimpolizei θηλ
- ο Μυστικός Δείπνος ΘΡΗΣΚ
- das (Letzte) Abendmahl ουδ
- μυστική ένωση
- Geheimbund αρσ
- μυστικός πράκτορας
- Geheimagent αρσ
- μυστική υπηρεσία
- Geheimdienst αρσ
II. μυστικ|ός [mistiˈkɔs] SUBST αρσ (αστυνόμος)
- μυστικός
- Geheimpolizist αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μυστικός πράκτορας
- Geheimagent(in) αρσ (θηλ)
- ο Μυστικός Δείπνος ΘΡΗΣΚ
- das (Letzte) Abendmahl ουδ