στο λεξικό PONS
πράξ|η <-εις> [ˈpraksi] SUBST θηλ
1. πράξη (ενέργεια):
- πράξη
- Tat θηλ
- καλή πράξη (φιλανθρωπική)
- gute Tat θηλ
- κάνω μια καλή πράξη
- eine gute Tat vollbringen
2. πράξη (άσκηση, πείρα):
- πράξη
- Übung θηλ
3. πράξη (σε αντίθεση με τη θεωρία):
- πράξη
- Praxis θηλ
- στην πράξη φαίνεται διαφορετικά
- in der Praxis sieht es anders aus
4. πράξη (έγγραφο):
- πράξη
- Urkunde θηλ
- πράξη απαλλοτρίωσης
- Enteignungsurkunde θηλ
- πράξη δωρεάς
- Schenkungsurkunde θηλ
- Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη EE
- Einheitliche Europäische Akte θηλ
5. πράξη (καταχώριση):
- πράξη
- Eintragung θηλ
6. πράξη ΘΈΑΤ:
- πράξη
- Akt αρσ
7. πράξη ΝΟΜ:
- νομική πράξη
- Rechtsakt αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πράξη θηλ αψιθυμίας ΝΟΜ
- Affekthandlung θηλ
- πράξη απαλλοτρίωσης
- Enteignungsurkunde θηλ
- πράξη δωρεάς
- Schenkungsurkunde θηλ
- κυριαρχική πράξη
- Hoheitsakt αρσ
- βουλιτική πράξη
- Willensakt αρσ