στο λεξικό PONS
I. αισθάν|ομαι <-θηκα> [ɛsˈθanɔmɛ] VERB αποθ ρήμα VERB μεταβ
1. αισθάνομαι (με τις αισθήσεις: κρύο):
- αισθάνομαι
- fühlen
2. αισθάνομαι (αντιλαμβάνομαι):
- αισθάνομαι
- bemerken
3. αισθάνομαι (για συναισθήματα: χαρά):
- αισθάνομαι
- empfinden
II. αισθάν|ομαι <-θηκα> [ɛsˈθanɔmɛ] VERB αυτοπ ρήμα
- αισθάνομαι
- sich fühlen
- αισθάνομαι καλά
- sich wohl fühlen
- αισθάνομαι ικανός/σε θέση να …
- sich imstande fühlen zu …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αισθάνομαι αδιαθεσία
- sich unwohl fühlen
- αισθάνομαι καλά
- sich wohl fühlen
- αισθάνομαι έλξη για κάποιον
- sich von jdm angezogen fühlen
- αισθάνομαι αισχύνη για κάτι
- sich durch etw αιτ beschämt fühlen
- αισθάνομαι ντροπή για κάτι
- sich wegen etw schämen