στο λεξικό PONS
στ|έκομαι [ˈstɛkɔmɛ], στ|έκω [ˈstɛkɔ] <-άθηκα> VERB αμετάβ
1. στέκομαι (μένω όρθιος):
- στέκομαι
- stehen
- γιατί στέκεσαι στην πόρτα;
- warum stehst du an der Tür?
- στεκόταν και μας κοίταζε (ενώ εμείς δουλεύαμε)
- er schaute uns zu
- τι στέκεσαι εκεί και δεν κάνεις τίποτα;
- was stehst du da herum?
- δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια του (από την κούραση)
- er kann sich kaum (noch) auf den Beinen halten
2. στέκομαι (σταματώ):
- στέκομαι
- stehen bleiben
- πήγε και στάθηκε στην πόρτα
- er/sie ging zur Tür und blieb dort stehen
- για στάσου μια στιγμή! (περίμενε λίγο, άκουσέ με)
- Moment mal!
3. στέκομαι (πηγαίνω κάπου και σταματώ):
- στέκομαι
- sich hinstellen
- εσύ στάσου εκεί
- stell du dich dort hin
4. στέκομαι (μένω, βρίσκομαι):
- στέκομαι ήσυχα (δεν κουνιέμαι)
- stillhalten
- οικονομικά/από υγεία στέκεται καλά
- finanziell/gesundheitlich geht es ihm gut
- οικονομικά/από υγεία δε στέκεται καλά
- finanziell/gesundheitlich steht es schlecht um ihn
5. στέκομαι (αποδείχνομαι):
- στέκομαι
- sich erweisen
- στάθηκε αδύνατο να …
- es erwies sich als unmöglich, zu …
- μου στάθηκε πολύ χρήσιμο
- es erwies sich als sehr nützlich für mich
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- στέκομαι αλάργα
- auf Abstand stehen
- στέκομαι σούζα
- strammstehen
- στέκομαι ήσυχα (δεν κουνιέμαι)
- stillhalten
- στέκομαι κλαρίνο
- strammstehen
- στέκομαι στα πόδια μου (έχω αυτοπεποίθηση, ξέρω τι κάνω)
- mit beiden Beinen auf der Erde stehen