στο λεξικό PONS
πωλητής (πωλήτρια) [pɔliˈtis, pɔˈlitria] SUBST αρσ/θηλ (θηλ)
- πωλητής (πωλήτρια)
- Verkäufer(in) αρσ (θηλ)
- ενδιάμεσος πωλητής
- Zwischenverkäufer αρσ
- περιοδεύων πωλητής
- Handelsvertreter αρσ
πωλητής SUBST
- πωλητής (σε κατάστημα) αρσ
- Bedienung θηλ
- πωλήτρια (σε κατάστημα) θηλ
- Bedienung θηλ