στο λεξικό PONS
μεταφορέας [mɛtafɔˈrɛas] SUBST αρσ
1. μεταφορέας ΕΜΠΌΡ:
- μεταφορέας
- Transportunternehmer αρσ
- μεταφορέας
- Spediteur αρσ
- ενδιάμεσος μεταφορέας
- Zwischenspediteur αρσ
- ελεύθερο στο μεταφορέα ΟΙΚΟΝ (Incoterm)
- frei Frachtführer
2. μεταφορέας (μηχάνημα):
- μεταφορέας
- Förderband ουδ
3. μεταφορέας (όχημα):
- μεταφορέας αυτοκινήτων
- Autotransporter αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ενδιάμεσος μεταφορέας
- Zwischenspediteur αρσ
- μεταφορέας αυτοκινήτων
- Autotransporter αρσ