στο λεξικό PONS
μάρτυρας [ˈmartiras] SUBST mf
1. μάρτυρας (εγκλήματος, εποχής):
- μάρτυρας
- Zeuge αρσ (Zeugin) θηλ
- υπήρξε μάρτυρας τής …
- er war Zeuge der …
- ενώπιον μαρτύρων
- vor Zeugen
- μάρτυρας ανταπόδειξης ΝΟΜ
- Gegenzeuge αρσ
- αυτόπτης μάρτυρας
- Augenzeuge αρσ
- μάρτυρας κατηγορίας
- Zeuge αρσ der Anklage
- μάρτυρας υπεράσπισης
- Zeuge αρσ der Verteidigung
- κύριος/βασικός μάρτυρας
- Hauptzeuge αρσ
- μάρτυρας γάμου
- Trauzeuge αρσ (Trauzeugin) θηλ
- μάρτυρας διαθήκης
- Testamentszeuge αρσ
- μάρτυρας του Ιεχωβά
- Zeuge αρσ Jehovas
2. μάρτυρας (εξαιτίας πίστης, ιδεολογίας):
- μάρτυρας
- Märtyrer(in) αρσ (θηλ)
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μάρτυρας ανταπόδειξης ΝΟΜ
- Gegenzeuge αρσ
- αυτόπτης μάρτυρας
- Augenzeuge αρσ
- μάρτυρας κατηγορίας
- Zeuge αρσ der Anklage
- μάρτυρας υπεράσπισης
- Zeuge αρσ der Verteidigung
- μάρτυρας γάμου
- Trauzeuge αρσ (Trauzeugin) θηλ