στο λεξικό PONS
εγχείρησ|η <-εις> [ɛɲˈçirisi] SUBST θηλ
- εγχείρηση
- Operation θηλ
- κάνω εγχείρηση (ασθενής)
- operiert werden
- πλαστική/αισθητική εγχείρηση
- Schönheitsoperation θηλ
- η εγχείρηση επέτυχε, αλλά ο ασθενής απέθανε
- Operation gelungen, Patient tot
- εγχείρηση καρδιάς
- Herzoperation θηλ
- εγχείρηση καρδιακής βαλβίδας
- Herzklappenoperation θηλ
- εγχείρηση καταρράκτη
- Staroperation θηλ
- εγχείρηση μαστού
- Brustoperation θηλ
- εγχείρηση μπαϊπάς
- Bypass-Operation θηλ
- εγχείρηση χοληδόχου κύστεως
- Gallenblasenoperation θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εγχείρηση θηλ μπαϊπάς
- Bypassoperation θηλ
- κάνω εγχείρηση (ασθενής)
- operiert werden
- εγχείρηση καρδιάς
- Herzoperation θηλ
- εγχείρηση καταρράκτη
- Staroperation θηλ
- εγχείρηση μαστού
- Brustoperation θηλ